Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ



ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
Πανοσιολ.  Ἀρχιμ. Ἀντωνίου Χρ. Παπαθανασίου
Ἱεροκήρυκος Ἱερᾶς  Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως[1]

 Ἐκκλησία μας κατά τήν Δευτέρα Κυριακή τῶν Νηστειῶν τιμᾷ τήν Ἱερά Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τοῦ ὁποίου τό ἱερό Σκήνωμα φυλάσσεται στόν ὁμώνυμο Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό  Θεσσαλονίκης. Εἶναι ἡ δευτέρα φορά πού ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ τήν μνήμη αὐτοῦ. Τήν πρώτη φορά τιμᾶται τήν 14η Νοεμβρίου πού εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Κοιμήσεώς του καί τήν δεύτερη φορά τήν Κυριακή, μετά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς νίκης τῆς  Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατά τῆς κακοδόξου διδασκαλίας τῶν είκονομαχῶν κατά τῆς τιμῆς καί προσκυνήσεως τῶν ἱερῶν Είκόνων, διά τό γεγονός, ὅτι καί ἐκεῖνος ἐπέφερε ἱσάξια νίκη κατά τοῦ αἱρετικοῦ Βαρλαάμ, διά τόν ὁποῖο θά μιλήσουμε ἐκτενέστερα παρακάτω.
Πρῶτα ἀπ’ὅλα ἄς δοῦμε μερικά βιογραφικά στοιχεῖα τοῦ Ἁγίου διά νά σκιαγραφήσουμε τήν μορφή τοῦ Ἁγίου μας. Ποῖος ἦταν ὁ σήμερα ἑορταζόμενος Ἅγιος;
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὅπως πληροφορούμεθα ἀπό τό Συναξάριό του κατήγετο ἀπό τήν Βασιλῖδα τῶν Πόλεων, τήν Κωνσταντινούπολη. Γεννήθηκε τό 1296 ἀπό γονεῖς ἐναρέτους καί ἐνδόξους, τόν Κωνσταντῖνον καί τήν Καλλονήν. Ὁ πατέρας του ἦταν συγκλητικός ἀλλά στήν συνέχεια ἔγινε καί μοναχός. Εἶχε τόση ἐμπιστοσύνη στήν Παναγία μας ὥστε νά ἀναθέσει τήν  τήν προστασία τῶν παιδιῶν σ’’Εκείνη.
Ὁ Ἅγιός μας ἔχασε τόν πατέρα του στήν τρυφερή ἡλικία τῶν ἑπτά ἐτῶν. ἧταν προικισμένος ἀπό τόν Θεό  μέ τό χάρισμα τῆς εὐφυΐας καί τῆς ἐπιμέλειας καί αὐτό τόν ἔκανε νά συγκεντρώσει σέ μικρό χρονικό διάστημα κάθε λογῆς ἐπιστήμη καί γνώση, ὥστε στήν ἡλικία τῶν 20 ἐτῶν νά εἶναι πιό θαυμαστός καί μεγάλους σοφούς τῆς ἐποχῆς του.
Αὐτό ἔκανε τόν τότε Αὐτοκράτορανά τόν καλέσει στά βασίλεια, ἀλλά ὁ εὐλογημένος Γρηγόριος, ὄντας ἀλλοῦ προορισμένος καί χάρις στήν σύνεσή του, ἔστρεψε τόν νοῦ του σέ ὑψηλότερα, διότι ζητοῦσε νά ἀνέβη στά πνευματικά καί σ’ἐκεῖνα πού ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο κοντά στόν Θεό καί ὄχι σ’ἐκεῖνα πού τόν καθηλώνουν στά γήϊνα καί φθαρτά. Ἔτσι ἀφιερώνεται στόν Θεό καί ζῇ στό ἑξῆς βίον ἀσκητικόν καί ἰσάγγελον.
Πληροφορεῖ τόν σκοπό τῆς ζωῆς του στήν Μητέρα καί ἐκείνη δοξολογεῖ τόν Θεόν διά τήν ἀπόφαση τοῦ παιδιοῦ της καί ἐκάλεσε καί τά ἄλλά τέσσερα παιδιά της καί μέ χαρά τούς ἀνακοινώνει τήν ἀπόφαση τοῦ μεγαλύτερού τους ἀδελφοῦ. Φάνηκαν καί ἐκεῖνοι πρόθυμοι στόν ἴδιο πόθο καί τήν ἀφιέρωσή τους στόν Θεό.
Ἀμέσως βάζουν σέ ἐφαρμογή τό  σχέδιό τους αὐτό, μέ τό νά μοιράσουν σύμφωνα μέ τή Εύαγγελική προτροπή  τά ὑπάρχοντά τους στούς πτωχούς  ἐγκαταλείποντας τά ἐγκόσμια καἰ ἀκολουθοῦν τόν Χριστό.[2]. Ἔτσι ἡ Μητέρα καί οἱ δύο ἀδελφές του ἐγγράφονται σέ  γυνακεῖο Μοναστήρι καί ἐκεῖνος μέ τούς δύο ἀδελφούς του μεταβαίνουν στό  Ἅγιο Ὄρος.
Ἐκεῖ ὑποτάσσεται στόν Γέροντα Νικηφόρο, ὁ ὁποῖος ζοῦσε ἡσυχαστική ζωή  κοντά στήν Μονή Βατοπαιδίου. Κοντά στόν θαυμαστό Γέροντα Νικηφόρο διδάχθηκε τήν τέχνη τῆς ὑποταγῆς καί τῆς ταπεινώσεως στό Θεῖο θέλημα καί γιά άνταμοιβή αὐτῆς τῆς ἀφοσιώσεως δέχθηκε μέ μυστική ἀποκάλυψη τήν ἀντίληψη τῆς Παναγίας.
Μετά τήν κοίμηση τοῦ Γέροντός του πατρός Νικηφόρου ἔρχεται στήν περίφημη Μονή τῆς Μεγίστης Λαύρας, ὅπου ἔμεινε λίγα χρόνια ἀσκούμενος μέ μεγάλη σπουδή στά πνευματικά ἁγωνίσματα.
Ἡ ζωή τῆς ἔρήμου ὅμως γέμιζε περισσότερο τήν ψυχή του. Γι΄αὐτό ὅταν κοιμήθηκε ἕνας ἀπό τούς ἀδελφούς του, ὁ Θεόδοτος, ἀφησε τό Μοναστήρι καί ἐγκαταστάθηκε σέ ἐρημική σκήτη πού ὀνομαζόταν Γλωσσία, μαζύ μέ τόν ἄλλο ἀδελφό του, τόν Μακάριο. Ἡ σκήτη αὐτή ἀνῆκε στήν Ἱερά Μονή τῆς Μεγίστης Λαύρας καί εἶχε  Γέροντα κάποιο ἐξαίρετο μοναχό, τόν Γρηγόριο.
Μετά ἀπό διάφορες περιπλανήσεις καί προβλήματα πού  ἀντιμετώπισε στήν ἔρημο λόγῳ ἐπιδρομῶν Τούρκων  πειρατῶν, ἀφοῦ οἱ σκῆτες ἐν ἀντιθέσει πρός τά μεγάλα Μοναστήρια δέν παρεῖχαν καμμιά ἀσφάλεια, ἀναγκάσθηκε ἐκ τῶν πραγμάτων νά φύγει ἀπό τήν ἔρημο. Καί ἐνῶ ὁ Γρηγόριος μέ μιά ὁμάδα μοναχῶν εἶχαν σκοπό νά ὁδηγήσουν τά βήματά τους στήν Ἁγία Γῆ, στά Ἱεροσόλυμα καί νά μονάσουν ἐκεῖ, ὁ Θεός τούς ἄλλαξε τά σχέδια καί τούς ἔστειλε  στήν Πόλη τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τήν Θεσσαλονίκη.
Γιά τόν  Ἅγιο ἀνοίγει μία νέα σελίδα. Ἐδῶ στήν Θεσσαλονίκη  τό 1326 μ.Χ. στήν ὥριμη ἡλικία τῶν τριάντα ἐτῶν χειροτονεῖται Ἱερέας καί θεμελιώνει νέ ἡσυχαστήριο  στήν περιοχή τῆς Βέροιας, ὅπου παρ’ὅλου πού ἦταν προϊστάμενος ἐκεῖνος ἀπό ἀγάπη στήν ἀπομόνωση  ἐπιδίδονταν στήν ἄσκηση, τήν προσευχή καί τήν σιωπή καί ἔβγαινε ἀπό τό κελί του μόνο τό Σάββατο καί τήν Κυριακή γιά νά τελέσει τήν Θεία Λειτουργία, ἀλλά καί νά ἐπικοινωνήσει πνευματικά μέ τούς ἀδελφούς.
Μόλις πέντε χρόνια ἔμεινε στήν ἀγαπημένη του ἔρημο καί ἠσυχία. Σέρβοι ἐπιδρομεῖς ἔφθασαν στην περιοχή  καί ἡ συνοδεία τοῦ  Ἁγίου Γρηγορίου ἀναγκασθηκε νά ξαναγυρίσει στό Περιβόλι τῆς Παναγίας, τό Ἅγιο Ὄρος. Ἐγκαταστάθηκαν στό κελλί τοῦ  Ἁγίου Σάββα κοντά στήν Μονή τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἐδώ ὁ Ἅγιος τό ἴδιο τυπικό πού εἶχε καί στήν Βέροια.
Δέν πρόλαβε καί πάλι νά χαρεῖ τήν ἠσυχία στό ἐρημικό αὐτό Κελλί. Ἐκλέγεται Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου, ὅπου καί ἐκεῖ δέν μένει γιά μεγάλο χρονικό διάστημα διότι ἡ ζωή τῆς ἀσκήσεως, τήν ὁποία εἶχε ὑποβάλλει στόν ἑαυτόν του δέν γίνεται ἀποδεκτή ἀπό τούς μοναχούς καί ἔτσι ἀναγκάζεται καί πάλι νά ἐπιστρέψει στό Κελλί του, ὅπου νέοι ἁγῶνες τόν περιμένουν.
Τό 1330 μ.Χ. ἔρχεται στήν Κωνσταντινούπολη  ἀπό τήν Καλαμβρία τῆς Ἰταλίας ὁ ἑλληνικῆς καταγωγῆς Βαρλαάμ καί ἐπιδόθηκε στήν διδασκαλία τῆς Φιλοσοφικῆς καί τῆς Λογικῆς. Ὁ Μέγας Δομέστικος (Πρωθυπουργός) Ἰωάννης Καντακουζηνός  ἐμπιστεύεται στόν Βαρλαάμ μία ἕδρα  στό Αὐτοκρατορικό Πανεπιστήμιο καί αὐτό ἔκανε τόν Βαρλαάμ νά γίνει περισσότερο γνωστός στόν χῶρο τῶν Γραμμάτων. Ὅλα αὐτά δέν εἶναι τυχαῖα, διότι τό 1333-34 μ.Χ. ὁ Πάπας ἔστειλε δύο Δομηνικανούς Μοναχούς νά προετοιμάσουν τόν διάλογο γιά τήν ἕνωση τῶν  Ἐκκλησιῶν. Ὁ Βαρλαάμ ἀνέλαβε νά ἐκπροσωπίσει  τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλά ὅμως δέν ἀντέδρασε  καθόλου στήν θέση τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν  διά τό Filioque περί τῆς «ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ». Ὁ Βαρλαάμ βασιζόμενος στά κείμενα τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου παρερμήνευσε τόν ἀποφατισμό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τήν σκέψη ἐφόσον ὁ Θεός εἶναι τό «ἐπέκεινα» δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ὁδηγηθεῖ  στήν θεοπτία.  Ἔτσι ἄρχισε ἡ ἀντιδικία τοῦ Βαρλαάμ μέ τούς ὀρθοδόξους μοναχούς περιγελῶντας τήν νηπτική τους τακτική καί τήν μέθοδο τῆς καθάρσεως τοῦ νοῦ διά τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ὀνομαζοντάς τους «ὀμφαλοσκόπους»
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δέν μποροῦσε νά σιωπήσει. Στήν ἀρχή ἀπό τό ἐρμητήριό τοῦ Ἁγίου Σάββα καί ἀργότερα ἀπό τήν Θεσσαλονίκη ἀντέδρασε σθεναρά, συντάσσοντας τίς περίφημες Τριάδες γιά τήν ὑπεράσπιση τοῦ ἡσυχασμοῦ. Τά κείμενά του γιά πρώτη φορά κατοχυρώνουν τήν θεολογία τοῦ   ἡσυχασμοῦ. Ἡ εὐκαιρία πού δόθηκε μέ τήν αἱρετική θέση καί πρόκληση τοῦ Βαρλαάμ, ἔδωσε στἠν ὀρθόδοξη Θεολογία νά προσδιορίσει τήν ἔννοια καί τό νόημα τοῦ ἡσυχασμοῦ καί ἀκόμα τήν σχάση του μέ τά βασικά δόγματα γιά τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου, τήν Σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου καί τήν ἀπολυτρωτική χάρη τῶν Μυστηρίων.
Ξεκαθάρισε ἀκόμη καί τό θέμα τῆς θεωρίας τοῦ Ἀκτίστου Φωτός, λέγοντας ὅτι ὁ Θεός ὡς πρός τήν οὐσία του δέν εἶναι δυνατό νά κατανοηθεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο, μπορεῖ, ὅμως ὁ Θεός νἀ ἀποκαλυφθεῖ στόν ἄνθρωπο «διά τῶν ἐνεργειῶν του»καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος νά κοινωνήσει μέ τόν Θεό. Ἔτσι ἔκλεισε καί τό πολυσύνθετο θέμα τῆς θέας τοῦ Ἀκτίστου Φωτός καί τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ χάρις στίς θέσεις πού πρῶτος ἀνέπτυξε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς πάνω στό θέμα αὐτό.
Τό 1341 μ.Χ. ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατεδίκασε τήν διδασκαλία τοῦ Βαρλαάμ καί ἔδωσε τέρμα  στήν πρώτη φάση τῆς ἡσυχαστικῆς ἔριδας πού εἶχε τρία ἀντικείμενα:
α) Τήν ἐκπόρευση τοῦ Ἀγίου Πνεύματος
β) τήν γνώση τοῦ Θεοῦ καί
γ) Τήν θέα τοῦ Ἀκτίστου Φωτός’
Ἀπό τό 1341 μέχρι τό 1347 μ.Χ. ἀρχίζει ἡ δεύτερη φάση τῆς ἡσυχαστικῆς ἔριδας πού ἀντιμέτωπο ἔχει τώρα τόν  Ἀκίνδυνο.
Ὁ Ἀκίνδυνος ἦταν μοναχός Βουλγαρικῆς καταγωγῆς καί παλαιός μαθητής τοῦ Παλαμᾶ. Στήν ἀρχή στάθηκε ἀπό πλευρᾶς Θεολογικῆς μεταξύ τῶν ἀπόψεων τοῦ Βαρλαάμ καί Παλαμᾶ. Ἀργότερα κράτησε δική του θέση στό ζήτημα αὐτό πού ἦταν συντηριτική καί ἐξωτερικά παραδοσιακή ἀλλά πέρα γιά πέρα ἀπόκλίνουσα ἀπό τό ὀρθόδοξο δόγμα καί τήν ἐκκλησιαστική παράδοση.
Δυστυχῶς οἱ ἀπόψεις τοῦ Ἀκινδύνου ὑπερίσχυσαν καί ἔτσι ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς παίρνει τόν δρόμο τῆς ἐξορίας ἀρχικά σέ Μονή τοῦ Βοσπόρου γιά νά καταλήξει ἔγκλειστος στίς φυλακές τῶν ἀνακτόρων. Ἡ Σύνοδος τοῦ 1346 μ.Χ. τόν ἀποκόπτει ἀπό τήν Ἐκκλξσιαστική κοινωνία ὡς αἱρετικό.
Ἄπό τίς φυλακές  ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἔγραψε πολλές ἐπιστολές καί τούς κατά Ἀκίνδυνον ἀντιρρητικούς λόγους.
Μέ παρέμβαση τῆς Βασιλομήτορος Ἄννας  τό 1346 ἀπελευθερώνεται καί ἔτσι τερματίζεται καί ἡ δεύτερη φάση τῶν ἡσυχαστικῶν ἐρίδων πού ταλαιπώρησαν τήν Ἐκκλησία ἀλλά καί νά δοθεῖ ἡ εὐκαιρία νά ἐκφραστεῖ γιά μία ἀκόμη φορά ἡ ὀρθή πίστη τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ πολυτάραχος πορεία τῆς ζωῆς τοῦ   μεγάλου ἁγωνιστή τῆς ὀρθοδοξίας συνεχίζεται. Τό 1346 μ.Χ. ἐκλέγεται ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ἀλλά πολιτικές ἀναταραχές δέν τοῦ ἐπέτρεψαν νἀ ἀναλάβει τά ὑψηλά ἀρχιερατικά του καθήκοντα  καί παρέμεινε γιά κάποιο χρονικό διάστημα μεταξύ Ἁγίου Ὄρους καί Κωνσταντινουπόλεως, αὐτό δέ ἐπετεύχθη μέ τήν κατάληψη τῆς Θεσσαλονίκης ἀπό τόν Ἰωάννη Καντακουζηνό, ὅπου ὁ Γρηγόριος  ἐπιστρέφει κοντά στό ποίμνιό του γιά νά συνεχίσει νά ἁγωνιζεται τόν  τῆς ὀρθῆς Πίστεως ἁγῶνα. Ἀλλά καί πάλι βρίσκεται ἀντιμετωπος μέ ἕνα μαθητή τοῦ Ἀκινδύνου, ὀνόματι Γρηγορᾶ, ὁ ὁποῖος γρήγορα καταδικάζεται ἀπό ἀλλεπάλληλες Συνόδους τό 1351-52  μ.χ.
Στήν προσπάθειά του νά μεσολαβήσει μεταξύ δύο πολιτικῶν ἀντιπάλων καί νά εἰρηνεύσει τήν πολιτική κατάσταση γιά τό καλό καί τῆς Πολιτείας καί τῆς Ἐκκλησίας ἔπεσε στά χέρια τῶν Τούρκων   ἔξω ἀπό τό νησί τῆς Τενέδου. Ἔτσι πέρασε τά χρόνια αὐτά μέ πολλούς κόπους καί ταλαιπωρίες  μέχρι τό 1355, ὅπου ἐπιστρέφει στήν Θεσσαλονίκη, ὅπου ἐκοιμήθη εν Κυρίῳ τό 1359 μ. Χ.
Ἡ Ἐκκλησία  τόν ἀνεκήρυξε ὡς Ἅγιο λίγα χρόνια μετά τήν  κοίμησή του τό ἔτος 1368 μ. Χ. καί ἑορτάζει τήν Μνήμη του δύο φορές τόν Χρόνο, δηλαδή τήν 14η Νοεμβρίου, ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του καί τήν Β΄Κυριακή τῶν Νηστειῶν.
Ὁ Ἅγιος στήν προστάθειά του νἀ διασώσει τήν ὁρθή πίστη ἄφησε πίσω του πολλά συγγράμματα του πού εἶναι τά ἑξῆς:
α) Ἐπιστολές κατάν β΄φάση τῶν ἡσυχαστικῶν Ἐρίδων πρός «οἰκείους καί ἀντιπάλους».
β) Διάλεξη ὀρθοδόξου καί Βαρλααμίτου.
γ) Ἀπολογία περί διθεΐας
δ) Περί Θείας καί θεοποιοῦ μεθέξεως.
ε) Περί διχοτομήσεως τοῦ Θεοῦ ὑπό Βαρλαάμ καί Ἀκινδύνου.
Συγγράμματα Περί  Ἁγίου Πνεύματος.
Ἐπιστολές εἰς Βαρλαάμ καί Ἀκίνδυνον.
Συγγράμματα ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων.
Ὁμολογιακά
α) Ἁγιορείτικος τόμος
β) Ὁμολογία Πίστεως
γ) Ἀναίρεση διαφόρων ἐπιστολῶν τῶν ἀντιπάλων του
Ἀντιαιρετικοί κατά Ἀκινδύνου
Κείμενα σχετικά μέ τό ποιμαντικό του ἔργο
Ἀσκητικά  καί πνευματικά συγγράμματα
Ὁμιλίες
Ὁ συγγραφικός πλοῦτος πού κληροδότησε στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὁ Ἅγιος Γρηγόριος εἶναι ἀνεκτίμητος. Δίκαια ὁ ὑμνογράφος του τόν ἀποκαλεῖ «λύρα τοῦ Πνεύματος». Ἔζησε μέ τήν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τράφηκε ἀπό τό Ἄκτιστο Φῶς  καί ἄφησε τήν ἔμπειρία του στήν Ἐκκλησία, ὡς ὁδηγητική στήλη  στήν «ζοφερή νύχτα τοῦ αἰῶνα μας.
Τό παράδειγμά του νά μᾶς ἐμπνέει πάντοτε γιά νά γευθοῦμε τά οὐράνια ἀγαθά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου